-ηρης

(I)
< ΙE *ar- «ταιριάζω, συνδέω», (απ' όπου το αραρίσκω* «συνδέω, ταιριάζω-εφοδιάζω»), με έκταση (λόγω τής συνθέσεως). Την ίδια σημασία («εφοδιασμένος με, έχων...») έχει και το -ήρης (πρβλ. ξιφ-ήρης, χαλκ-ήρης, κ.ά.), ενώ λειτουργεί ως απλό επίθημα που δηλώνει ιδιότητα όταν προστίθεται σε επίθ. (πρβλ. λευκ-ήρης, μον-ήρης κ.λπ.). Στην αρχαία το επίθημα -ήρης εμφανίζει αξιόλογη παραγωγική δύναμη (62 συνθ.).
ΣΥΝΘ. κλινήρης, μονήρης, ξιφήρης, ποδήρης, φρενήρης
αρχ.
αγχήρης, αμαξήρης, αμφήρης, ανήρης, αντήρης, διήρης, διχήρης, διψήρης, δολιχήρης, δυσήρης, ενομήρης, ετερήρης, ευήρης, θυμήρης, ισήρης, κατήρης, κισσήρης, κουφήρης, κωπήρης, λευκήρης, λευκοποδήρης, λεχήρης, λιγμήρης, λογχήρης, λυσσήρης, μεσήρης, νοήρης, ολιγήρης, ολκήρης, ομβρήρης, ομήρης, οσμήρης, πανήρης, πεδιήρης, πενθήρης, πετρήρης, πισσήρης, πλειστήρης, πυργήρης, σαρκήρης, στεγήρης, στιχήρης, στομήρης, συνήρης, συνομήρης, τειχήρης, τευχήρης, τοξήρης, τρυφήρης, τυμβήρης, τυφήρης, χαλεπήρης, χαλκήρης, χθονήρης, χλοήρης, χοήρης, χρυσήρης.
————————
(II)
< ΙE* erә- «κωπηλατώ, κωπηλάτης», με τροπή τού ε- σε η- λόγω τής λειτουργίας τού νόμου τής εκτάσεως εν συνθέσει (βλ. λ. ερέτης).
ΣΥΝΘ. τριήρης
αρχ.
αλιήρης, αμφήρης, δεκήρης, διήρης, δωδεκήρης, εικοσήρης, εκκαιδεκήρης, ενδεκήρης, ενήρης, εννήρης, εξήρης, επήρης, επτήρης, μονήρης, οκτήρης, πεντεκαιδεκήρης, πεντήρης, πεντηκοντήρης, πολυήρης, ταχυήρης, τεσσαρακοντήρης, τετρήρης, τριακοντήρης, τρισκαιδεκήρης.

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.